Του Ηλία Ασπρούκου, Περιβαλλοντολόγου
Το Αίγιο παραπαίει. Η Αιγιάλεια ασθμαίνει. Κι όμως, γύρω επικρατεί σιωπή. Για πάνω από μια δεκαετία, αυτός ο τόπος σέρνεται στο περιθώριο, αργοπεθαίνοντας μέσα στην αδιαφορία εκείνων που θα έπρεπε να τον προστατεύουν, να τον αναστήσουν, να τον οραματιστούν διαφορετικά. Όμως τίποτα. Κανένας δεν νοιάστηκε ουσιαστικά, κανείς δεν πάλεψε πραγματικά. Μόνο λόγια, προγράμματα, υποσχέσεις, φωτογραφίες και εγκαίνια που κρατούν όσο ένα δελτίο Τύπου.
Τα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Δρόμοι που κάποτε έσφυζαν από ζωή, τώρα μοιάζουν με φαντάσματα του παρελθόντος. Η αγορά πνέει τα λοίσθια, η νεολαία φεύγει, οι γειτονιές σιωπούν. Κι αυτοί που μένουν πίσω, παλεύουν σιωπηλά να κρατηθούν όρθιοι, να επιβιώσουν μέσα σε μια πόλη που μοιάζει να τα ’χει χαμένα. Κι ενώ η καθημερινότητα βυθίζεται, οι ιθύνοντες επιμένουν να μιλούν για «αναπλάσεις» και «έργα». Φτιάχνουν πλατείες χωρίς ζωή, πεζοδρόμους χωρίς πεζούς, δρόμους χωρίς προορισμό. Αναπλάσεις δίχως ψυχή, βιτρίνες για να καλύψουν τη σήψη.
Το ερώτημα που πλανάται, σε ποιον απευθύνονται αυτές οι αναπλάσεις; Ποιον εξυπηρετούν όταν η πόλη αδειάζει; Όταν δεν υπάρχει κόσμος να περπατήσει, να ψωνίσει, να ζήσει; Κάνουν έργα σε μια πόλη που μαραίνεται, λες και λίγη άσφαλτος και λίγο τσιμέντο μπορούν να αναστήσουν αυτό που χάθηκε όπως την πίστη, την ελπίδα, τη ζωντάνια.
Το Αίγιο δεν χρειάζεται άλλο μακιγιάζ. Χρειάζεται θεραπεία. Χρειάζεται αλήθεια, σχέδιο και τόλμη. Χρειάζεται ανθρώπους που να πονάνε τον τόπο τους, όχι να τον θυμούνται μόνο προεκλογικά. Ανθρώπους που να βλέπουν πέρα από τις φωτογραφίες, πέρα από τα πρόσκαιρα, πέρα από τις ταμπέλες των έργων. Γιατί η πόλη αυτή δεν πέθανε από φυσικό θάνατο αντιθέτως, τη σκότωσε η αδιαφορία και η ανευθυνότητα διαχρονικές ασθένειες και οι δύο.
Και όμως, το Αίγιο έχει ψυχή. Έχει ιστορία, έχει ταυτότητα, έχει ανθρώπους που ακόμα νοιάζονται, που ακόμα θέλουν να μείνουν, να δημιουργήσουν, να ελπίσουν. Αλλά χρειάζονται στήριξη, υποδομές, όραμα. Χρειάζονται μια δημοτική αρχή που να σκύψει στα προβλήματα, όχι να τα κρύβει κάτω από πλάκες και κυβόλιθους. Δεν σώζεται μια πόλη με «έργα βιτρίνας» Σώζεται με πολιτικές που δίνουν ζωή, με δραστικές πρωτοβουλίες, με τη στήριξη στις μικρές επιχειρήσεις, με πολιτισμό, με τουρισμό, με εκπαίδευση, με δουλειές.
Αντί όμως για αυτά, βλέπουμε ένα διαρκές «ξεφούσκωμα». Κάθε χρόνο και πιο κάτω. Κάθε καλοκαίρι, λιγότερος κόσμος, λιγότερες εκδηλώσεις, λιγότερη ζωντάνια. Η παραλία, που θα μπορούσε να είναι στολίδι, ρημάζει. Το κέντρο ερημώνει. Οι υποδομές καταρρέουν. Και μέσα σε αυτή την παρακμή, οι υπεύθυνοι σιωπούν. Ή, ακόμα χειρότερα, θριαμβολογούν για έργα που δεν αλλάζουν τίποτα.
Το Αίγιο κάποτε ήταν σημείο αναφοράς, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής. Τώρα μοιάζει ξεχασμένο, παρατημένο, μια πόλη που ζει μόνο από τις αναμνήσεις της. Κι αν κάτι πονά περισσότερο απ’ όλα, είναι πως οι ίδιοι οι κάτοικοί του δείχνουν να έχουν αρχίσει να το αποδέχονται. Σαν να συμφιλιώθηκαν με τη μιζέρια. Σαν να είπαν «έτσι είναι τα πράγματα». Όχι, δεν είναι έτσι, τα κάναμε έτσι.
Η Αιγιάλεια αξίζει καλύτερα! Αξίζει να ξαναζήσει! Αξίζει πολιτικούς που να δουν μακριά, να εμπνεύσουν, να κινητοποιήσουν. Αξίζει πολίτες που να διεκδικήσουν, να απαιτήσουν, να φωνάξουν. Γιατί αν συνεχίσουμε να σωπαίνουμε, σε λίγο δεν θα υπάρχει τίποτα να «αναπλάσουν». Μόνο μια πόλη-φάντασμα, με τα φώτα σβηστά και τα ρολά κατεβασμένα.
Ακόμα υπάρχει χρόνος. Όχι πολύς, αλλά υπάρχει. Αρκεί να ξυπνήσουμε, να θυμηθούμε ποιοι είμαστε και τι αξίζουμε. Γιατί το Αίγιο δεν χρειάζεται σωτήρες. Χρειάζεται ανθρώπους που να το αγαπούν πραγματικά και να το αποδεικνύουν με πράξεις.
Το Αίγιο είναι μια πόλη που ξεψυχά και κανείς δεν ακούει.



