Τα μπλόκα ως κανονικότητα και ο εκβιασμός ως μέθοδος
Του Ηλία Ασπρούκου – Περιβαλλοντολόγου
Δυστυχές , αλλά σίγουρο…Θα τον αποθέωναν τον Γιάννη Σμαραγδή ‘οι ειδικοί ‘ και οι περισσότεροι εκπρόσωποι του πολιτικού χώρου, αν αντί για ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια είχε βγάλει μία για τον… ΚεμάλΑτατούρκ!! Από τότε έχουμε φτάσει εν έτει 2025 στην Ελλάδα του Φραποδίστρια του ‘φραπέ’ δηλαδή. Πολλοί πολέμησαν την ταινία αυτή,δεν χρειάζεται να είναι κανείς Καποδίστριας ή Αϊνστάιν για να καταλάβει που αποσκοπεί και που πάει όλο αυτό. Η λάσπη δεν γίνεται πολιτική.
Στην Ελλάδα η διαμαρτυρία έχει αποκτήσει εδώ και δεκαετίες μια προβλέψιμη σχεδόν τελετουργική μορφή και αν υπάρχει μια κοινωνική ομάδα που έχει μετατρέψει αυτή την πρακτική σε κανονικότητα αυτή είναι οι αγρότες. Κάθε φορά που προκύπτει ένα ζήτημα πραγματικό ή διογκωμένο τα τρακτέρ βγαίνουν στους δρόμους, οι εθνικές οδοί κλείνουν, η χώρα παραλύει και η κοινωνία καλείται να πληρώσει το κόστος μιας διαμαρτυρίας που δεν στρέφεται προς την εξουσία αλλά εναντίον των ίδιων των πολιτών.
Διότι το κλείσιμο των δρόμων δεν πιέζει ουσιαστικά την κυβέρνηση. Πιέζει τον εργαζόμενο που δεν μπορεί να φτάσει στη δουλειά του, τον επαγγελματία που χάνει εισόδημα, τον ασθενή που καθυστερεί να φτάσει στο νοσοκομείο, τον τουρισμό μιας χώρας που εξαρτάται από τη μετακίνηση. Αυτή η πρακτική δεν αποτελεί κοινωνική διεκδίκηση αλλά επιβολή. Δεν είναι διάλογος αλλά εκβιασμός.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι πολλές φορές οι αγροτικές κινητοποιήσεις συνοδεύονται από την απόρριψη του ίδιου του θεσμικού διαλόγου. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αγροτικά μπλόκα αρνούνται συνάντηση με τον πρωθυπουργό ή με αρμόδιους υπουργούς κρίνοντάς τη προσχηματική ή ανεπαρκή. Όταν όμως απορρίπτεις τον διάλογο και ταυτόχρονα κρατάς κλειστούς τους δρόμους ποιο ακριβώς μήνυμα στέλνεις. Ότι δεν ζητάς λύσεις αλλά επιβολή όρων.
Η λογική είναι ξεκάθαρη. Αν δεν ικανοποιηθούν άμεσα τα αιτήματα τότε η χώρα θα παραμείνει όμηρος. Πρόκειται για μια πρακτική που δεν συνάδει με τη δημοκρατία ούτε με την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκεί πολιτική υπό καθεστώς μπλόκων και καμία κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να διεκδικεί προνόμια εις βάρος των υπολοίπων.
Βεβαίως, ο αγροτικός κόσμος αντιμετωπίζει πραγματικά προβλήματα. Το κόστος παραγωγής, η ενεργειακή επιβάρυνση. οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις. ο διεθνής ανταγωνισμός είναι ζητήματα υπαρκτά και σοβαρά. Όμως η σοβαρότητα των προβλημάτων δεν νομιμοποιεί κάθε μέσο. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία το δικαίωμα στη διαμαρτυρία δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα στην παραβίαση της ελευθερίας μετακίνησης των άλλων.
Εδώ όμως αναδεικνύεται και μια άλλη πτυχή που συστηματικά αποσιωπάται. Πολλοί από εκείνους που εμφανίζονται ως εκπρόσωποι του αγροτικού κόσμου και φιγουράρουν στα μπλόκα είναι οι ίδιοι που κατά καιρούς έχουν βρεθεί στο επίκεντρο σκανδάλων ή έχουν συνδεθεί με προβληματικές πρακτικές του παρελθόντος.
Αγροτοσυνδικαλιστές που εμφανίζονται ως τιμητές της διαφάνειας την ώρα που τα ονόματά τους έχουν ακουστεί σε υποθέσεις κακοδιαχείρισης. επιδοτήσεων και αδιαφανών μηχανισμών.
Άραγε ξεχάσαμε τι συνέβαινε επί δεκαετίες με τους συνεταιρισμούς στη χώρα μας. Ξεχάσαμε τις κακοδιαχειρίσεις, τις κομματικές εξαρτήσεις και τα σκάνδαλα που κατά καιρούς έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Ξεχάσαμε πώς ένα σημαντικό εργαλείο συλλογικής οργάνωσης απαξιώθηκε ακριβώς λόγω αυτών των πρακτικών. Και τώρα ξαφνικά κάποιοι θυμήθηκαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ και ξύπνησαν από τον βαθύ τους ύπνο παρουσιάζοντας εαυτούς ως θύματα ενός συστήματος στο οποίο για χρόνια συμμετείχαν ενεργά. Τα μπλόκα πρέπει να μεταλλαχθούν από φυσικά φαινόμενα σε απαγορευτικά. Και θα πρέπει στην αρχή τους και όχι εκ των υστέρων να εφαρμόζονται αυτόφωρα και αναστολή των επιδοτήσεων ενός χρόνου. Μόνο έτσι θα σταματήσει αυτό το εκβιαστικό χάλι.
Οποίος δεν μπορεί να δεχθεί τις δυνατότητες του κράτους καλό θα είναι να πάρει την σκούφια του και να ενταχθεί σε άλλες κοινωνικές δραστηριότητες. Σταχρόνια που ήμουν στο Υπουργείο, όπου το ΠΑΣΟΚ κυριαρχούσε σε κάθε πεδίο, έβλεπα να γιγαντώνονται οι συνεταιρισμοί στους οποίους το βασικό συστατικό ήταν το βόλεμα «των ημετέρων» που με το πέρας του χρόνου έγιναν θνησιγενείς .Μετά από 5 δεκαετίες δεν κατάφεραν οι λεβέντες οι αγρότες να δομήσουν μια αξιοζήλευτη πρωτογενή παραγωγή αλλά ούτε και να συγκροτήσουν μηχανισμούς υψηλής παραγωγής.
Εκείνο που κατάφεραν ήταν δάνεια, ρημαγμένα κτήρια και αγροτοσυνδικαλιστές που αντιστέκονται στην νομιμότητα.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο η υποκρισία ορισμένων συνδικαλιστών αλλά και η διαχρονική ανοχή της πολιτείας. Τα αγροτικά μπλόκα αντιμετωπίζονται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο.
Οι κυβερνήσεις διαπραγματεύονται υπό πίεση και το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές. Αν θέλεις να ακουστείς κλείσε δρόμους.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο. Αν οι αγρότες μπορούν να παραλύουν τη χώρα γιατί να μην το κάνουν και άλλες επαγγελματικές ομάδες. Πού σταματά η δικαιολογημένη αγανάκτηση και πού αρχίζει η διάλυση της κοινωνικής συνοχής.
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι αγροτικές κινητοποιήσεις είναι μαζικές δυναμικές αλλά στοχευμένες. Στρέφονται προς τα κέντρα λήψης αποφάσεων και όχι εναντίον της κοινωνίας. Στην Ελλάδα ο εύκολος στόχος είναι ο δρόμος και ο πολίτης.
Ίσως ήρθε η ώρα να ειπωθεί καθαρά. Τα μπλόκα δεν είναι σύμβολο αγώνα, αλλά σύμπτωμα θεσμικής ανωριμότητας. Και όσο τα ανεχόμαστε τόσο υπονομεύουμε όχι μόνο την οικονομία και την καθημερινότητα αλλά και τη δημοκρατική κουλτούρα της χώρας.
Δεν ξέρω πόση ανοχή θα δείξει ο Μητσοτάκης μέχρι να εφαρμόσει τον νόμο απέναντι σε όλο αυτό το τουρλουμπούκι.
Πάντως ότι έχει να κάνει θα πρέπει να το κάνει μετά τις γιορτές γιατί μετά θα έχει χαθεί η μπάλα. Μετά θα δούμε την… χαροκαμένη μάνα, τα Τέμπη,τους νέους αγανακτισμένους να δίνουν τον υπέρπάντων αγώνα με σκοπό την αποσταθεροποίηση της κατάστασης που είναι το μενού τους.
Θέλω να κλείσω με τρειςφράσεις:
• Η διαμαρτυρία είναι δικαίωμα. Η ομηρία της κοινωνίας όμως δεν είναι.
• Δεν μπορείς και δεν δικαιούσαι να ζεις μόνιμα με νοθευμένες επιδοτήσεις.
• Πρέπει να το πάρουν απόφαση οι αγρότες ότι το μαγαζί του ΟΠΕΚΕΠΕ έκλεισε οριστικά και εκεί είναι η μεγάλη στεναχώρια τους



