Του Ηλία Ασπρούκου, Περιβαλλοντολόγου
Στο μεταναστευτικό, η Ελλάδα δεν κρίνεται απλώς. Δικάζεται καθημερινά. Και μάλιστα όχι μόνο από διεθνείς οργανισμούς ή ξένα μέσα, αλλά από ένα εσωτερικό ακροατήριο που έχει μετατρέψει την κριτική σε αυτοματισμό και την κατηγορία σε ιδεολογική ρουτίνα. Κάθε τραγωδία γίνεται αφορμή για συλλογικές ενοχοποιήσεις, κάθε δύσκολη επιχειρησιακή απόφαση βαφτίζεται απανθρωπιά, κάθε προσπάθεια φύλαξης συνόρων θεωρείται περίπου έγκλημα.
Κι όμως, πίσω από τα συνθήματα και τα hashtags, υπάρχει μια σκληρή πραγματικότητα. Το Λιμενικό Σώμα δεν είναι πολιτικό μόρφωμα ούτε αφηρημένος μηχανισμός καταστολής. Είναι άνθρωποι. Άνδρες και γυναίκες που επιχειρούν νύχτα, σε κακοκαιρία, σε θαλάσσιες ζώνες που δεν συγχωρούν λάθη. Χιλιάδες επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, με δεκάδες χιλιάδες ζωές να σώζονται. Αυτή είναι μια αλήθεια που σπανίως χωράει στα καταγγελτικά αφηγήματα.
Και όμως, τρία τραγικά περιστατικά όπως, το Φαρμακονήσι, η Πύλος, η πρόσφατη τραγωδία στη Χίο, αρκούν για να στηθεί ένα γενικευμένο κατηγορητήριο. Χωρίς πορίσματα, χωρίς ολοκληρωμένες έρευνες, χωρίς στοιχειώδη διάθεση αναμονής. Η ενοχή έχει ήδη αποφασιστεί. Όχι από τη Δικαιοσύνη, αλλά από εκείνους που πιστεύουν πως η ηθική ανωτερότητα κερδίζεται με μια ανάρτηση.
Ας μιλήσουμε όμως με λογική. Αν υπήρχε εγκληματική πρόθεση, γιατί να κινητοποιηθούν επιχειρήσεις SAR; Γιατί να συνεχιστούν οι έρευνες με εναέρια μέσα; Γιατί να ρισκάρουν οι ίδιοι οι λιμενικοί τη ζωή τους; Η πραγματικότητα δεν είναι ασπρόμαυρη, όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να τη συμπιέζουν σε εύκολα δίπολα.
Εντυπωσιακή και αποκαλυπτική είναι και η επιλεκτική ευαισθησία. Οι διακινητές, οι πραγματικοί εγκληματίες, όσοι στοιβάζουν ανθρώπους σε πλωτά φέρετρα, συχνά εξαφανίζονται από το κάδρο. Αντί να στοχοποιούνται αυτοί που κερδοσκοπούν πάνω στην απελπισία, το κράτος μετατρέπεται στον μόνιμο ένοχο. Σαν να είναι πιο βολικό να κατηγορείς τον θεσμό παρά το οργανωμένο έγκλημα.
Σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε και ένας ιδιότυπος «επαγγελματικός ανθρωπισμός». Όπως έχει επισημάνει ο υπουργός Μετανάστευσης Θάνος Πλεύρης, εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ έχουν δοθεί σε ΜΚΟ τα τελευταία χρόνια. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλες λειτουργούν με ιδιοτέλεια. Όμως όταν το μεταναστευτικό μετατρέπεται σε οικονομικό οικοσύστημα, η συνεχής ροή ανθρώπων παύει να είναι μόνο ανθρωπιστικό ζήτημα και γίνεται και ζήτημα κινήτρων. Αυτό δεν είναι κυνισμός· είναι πολιτικός ρεαλισμός.
Η κριτική από την Αριστερά και τους συνοδοιπόρους της παραμένει προβλέψιμη. «Ακροδεξιά πολιτική», «Ευρώπη-φρούριο», «δολοφονικές αποτροπές». Η εναλλακτική όμως ποια είναι; Ανοιχτά σύνορα χωρίς έλεγχο; Νέες Μόριες και Ειδομένες; Χώροι ντροπής που σήμερα κάποιοι προσποιούνται ότι δεν υπήρξαν ποτέ;
Ας είμαστε ξεκάθαροι, οι μετανάστες δεν είναι εχθροί. Πολλοί προέρχονται από χώρες διαλυμένες από πολέμους, πραξικοπήματα, φτώχεια και φανατισμό. Η ανάγκη τους είναι ανθρώπινη. Όμως εξίσου ανθρώπινη και απολύτως αναγκαία, είναι και η ανάγκη ενός κράτους να προστατεύει τα σύνορά του και τη συνοχή του.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της τη δυστυχία ολόκληρου του πλανήτη. Η αποτροπή δεν είναι απανθρωπιά. Είναι όρος επιβίωσης. Είναι ο μόνος τρόπος να μειωθούν οι θάνατοι στο Αιγαίο και να χτυπηθούν τα κυκλώματα των διακινητών.
Σε αυτή τη δύσκολη ισορροπία κινείται η πολιτική της κυβέρνησης και του Θάνου Πλεύρη, διάσωση όπου υπάρχει κίνδυνος, αυστηρή φύλαξη συνόρων, ανάδειξη των πραγματικών ενόχων. Χωρίς συνθήματα, χωρίς θεατρικές ευαισθησίες. Γιατί χωρίς ρεαλισμό, ο ανθρωπισμός καταντά απλώς άλλοθι. Και στο χάος, δεν σώζεται κανείς.



