Γιάννης Παναγόπουλος, ο αμετακίνητος πρόεδρος σε ένα αποδυναμωμένο συνδικαλιστικό τοπίο
Του Ηλία Ασπρούκου –Περιβαλλοντολόγου
Μετά από πολυετή πορεία εκλεγμένος πρόεδρος με πλειοψηφία σε πανελλήνιο όργανο εργαζομένων, συνταξιούχος πια, θεωρώ πως έχω τόσο το δικαίωμα όσο και την υποχρέωση να αναφερθώ στο πρόσωπο του Γιάννη Παναγόπουλου που βρίσκεται στο τιμόνι της ΓΣΕΕ από το 2006. Όχι για να λειτουργήσω ως δικαστής, καθώς άλλοι έχουν αυτό το ρόλο αλλά για να εκφράσω κάποιες απόψεις, καθώς ο εν λόγω κύριος βρίσκεται πολλές δεκαετίες στην κορυφή ενός οργάνου που θεωρητικά εκπροσωπεί τον ιδιωτικό τομέα και στην πράξη παλεύει να αποδείξει ότι εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης.
Η μακροχρόνια παραμονή του δεν είναι απλώς βιογραφικό στοιχείο. Είναι πολιτικό δεδομένο που γεννά εύλογα ερωτήματα για τη φυσιογνωμία και την αποτελεσματικότητα του ελληνικού συνδικαλισμού.
Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση το 2009, οι εργαζόμενοι βρέθηκαν μπροστά σε καταιγίδα μέτρων. Μειώσεις μισθών, κατάρρευση συλλογικών συμβάσεων, εκτόξευση της ανεργίας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Η ΓΣΕΕ όφειλε να σταθεί ως ανάχωμα. Αντί αυτού, η εικόνα που διαμορφώθηκε σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας ήταν εκείνη ενός οργανισμού που αντιδρούσε αλλά δεν επηρέαζε. Απεργίες εξαγγέλλονταν, συγκεντρώσεις πραγματοποιούνταν, ανακοινώσεις εκδίδονταν. Το αποτέλεσμα όμως παρέμενε περιορισμένο, ενώ οι βασικές ανατροπές στο εργατικό δίκαιο προχωρούσαν.
Ο Παναγόπουλος επέμεινε στη θεσμική διαπραγμάτευση και στον κοινωνικό διάλογο. Υποστήριξε ότι η σύγκρουση χωρίς στρατηγική οδηγεί σε ήττες και ότι η παρουσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι προϋπόθεση για οποιαδήποτε βελτίωση. Ωστόσο, για πολλούς εργαζόμενους εκείνης της περιόδου, ο διάλογος μεταφράστηκε σε συμβιβασμό. Η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων και η καθήλωση του κατώτατου μισθού για χρόνια αποτέλεσαν τραύματα που δεν επουλώθηκαν εύκολα.
Η κριτική δεν αφορά μόνο τα χρόνια των μνημονίων. Αφορά και τη φυσιογνωμία της ίδιας της Συνομοσπονδίας. Η ΓΣΕΕ κατηγορήθηκε επανειλημμένα για εσωστρέφεια, για γραφειοκρατική λογική, για απόσταση από τη νέα γενιά εργαζομένων που βιώνει την επισφάλεια ως κανονικότητα. Σε μια αγορά όπου κυριαρχούν οι ελαστικές μορφές απασχόλησης, η τηλεργασία και οι ψηφιακές πλατφόρμες, η παρουσία της Συνομοσπονδίας παραμένει συχνά αόρατη στο πεδίο της καθημερινής εργασιακής εμπειρίας.
Ο Παναγόπουλος προβάλλει ως βασικό επιχείρημα την ανάγκη σταθερότητας και συνέχειας. Δηλώνει ότι η εργασία δεν είναι κόστος αλλά αξία και επιμένει στην επαναφορά ισχυρών συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η συμμετοχή στα συνδικάτα φθίνει και η αξιοπιστία του συνδικαλιστικού λόγου αμφισβητείται.
Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η ΓΣΕΕ υπό την ηγεσία του διατήρησε θεσμική παρουσία στην ευρωπαϊκή σκηνή και συμμετείχε σε διαβουλεύσεις για κρίσιμα ζητήματα όπως ο κατώτατος μισθός και η κοινωνική πολιτική. Ωστόσο, η θεσμική παρουσία δεν ταυτίζεται με ουσιαστική επιρροή. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι παρεμβάσεις της Συνομοσπονδίας άλλαξαν ουσιαστικά την πορεία των πραγμάτων ή περιορίστηκαν σε ρόλο καταγραφής διαφωνιών.
Η μακρά θητεία του Παναγόπουλου δημιουργεί επίσης ζήτημα ανανέωσης. Σε κάθε δημοκρατικό θεσμό, η εναλλαγή προσώπων αποτελεί στοιχείο υγείας. Όταν η ηγεσία παραμένει σταθερή για σχεδόν δύο δεκαετίες, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός κλειστού συστήματος. Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στη ΓΣΕΕ και οι καθυστερήσεις σε συνέδρια ενίσχυσαν την αίσθηση κρίσης αντιπροσώπευσης.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται και τις ανισότητες να διευρύνονται. Ο κατώτατος μισθός βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια, αλλά η αγοραστική δύναμη παραμένει πιεσμένη. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για ένα ισχυρό και αξιόπιστο συνδικαλιστικό όργανο είναι προφανής. Το ερώτημα είναι αν η σημερινή ΓΣΕΕ μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και συμμετοχή.
Ο Παναγόπουλος δεν είναι πολιτικά αφελής ούτε αδιάφορος. Γνωρίζει τους συσχετισμούς δύναμης και κινείται εντός τους. Η επιλογή του ρεαλισμού όμως έχει κόστος όταν η κοινωνία απαιτεί δυναμισμό. Η εικόνα ενός προέδρου που επιβιώνει πολιτικά σε όλες τις κυβερνήσεις μπορεί να ερμηνευθεί ως ικανότητα, μπορεί όμως και ως προσαρμοστικότητα που αγγίζει τα όρια της ακινησίας.
Το καυστικό συμπέρασμα δεν αφορά το πρόσωπο με όρους προσωπικής επίθεσης. Αφορά την ουσία της εκπροσώπησης. Αν μετά από τόσα χρόνια η εργασία παραμένει ευάλωτη, αν οι συλλογικές συμβάσεις δεν έχουν επανέλθει στο εύρος που είχαν, αν οι νέοι εργαζόμενοι δεν νιώθουν ότι η ΓΣΕΕ τους εκφράζει, τότε η ηγεσία οφείλει να λογοδοτήσει πολιτικά.
Η ιστορία θα κρίνει τον Γιάννη Παναγόπουλο όχι από τις δηλώσεις του αλλά από τα απτά αποτελέσματα. Και εκεί ο απολογισμός παραμένει αντικείμενο σκληρής συζήτησης, γιατί σε μια χώρα που δοκιμάστηκε όσο λίγες, ο συνδικαλισμός δεν είχε την πολυτέλεια της διαχείρισης. Ο κύριος Παναγόπουλος ανήκει στην κατηγορία εκείνων που έμαθαν να επιβιώνουν στις θέσεις τους οι ίδιοι χωρίς να νοιάζονται για τους υπόλοιπους συναδέλφους τους ουσιαστικά.



