Του Ηλία Ασπρούκου Περιβαλλοντολόγου
Σε κάθε τοπική κοινωνία υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη διοίκηση και την αποξένωση, ανάμεσα στην ευθύνη και την αυτάρκεια. Είναι εκείνη η γραμμή που όταν ξεπεραστεί δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή, αλλά τα αποτελέσματά της αρχίζουν να διαφαίνονται σταδιακά, στις μικρές καθημερινές αποφάσεις, στις μεγάλες σιωπές, στις ευκαιρίες που χάνονται χωρίς καν να καταγραφούν. Η Αιγιάλεια δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, μοιάζει να γίνεται παράδειγμα μιας πραγματικότητας που επαναλαμβάνεται, μιας διοίκησης που αντί να ανοίγει διαύλους επικοινωνίας, επιλέγει να τους περιορίζει, ίσως για λόγους οικονομίας λόγου. Και όταν η εμπειρία της χτυπά την πόρτα, όταν πρόσωπα που γνωρίζουν τον θεσμό από μέσα ζητούν διάλογο, η ανταπόκριση ή η απουσία της αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Διότι εκεί δεν κρίνεται μόνο μια στάση, αλλά η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει διοίκηση και ευθύνη απέναντι στους πολίτες.
Η σιωπή λένε πως είναι χρυσός, αλλά στην περίπτωση της Δημοτικής Αρχής Αιγιαλείας θυμίζει περισσότερο φθηνό επιχρυσωμένο μέταλλο, που γυαλίζει από μακριά αλλά από κοντά αποκαλύπτει την πραγματική του αξία. Καθαρές κουβέντες όταν τέσσερις πρώην Δήμαρχοι, ο Γιώργος Περπής, ο Απόστολος Καραφωτιάς, ο Ευστάθιος (Στάθης) Θεοδωρακόπουλος και ο Θανάσης Παναγόπουλος, απευθύνουν κάλεσμα για διάλογο και μάλιστα για ένα σημαντικό θέμα όπως η πεζοδρόμηση του μοναδικού νευραλγικού δρόμου, σίγουρα δεν πρόκειται για μια απλή τυπική πρωτοβουλία, πρόκειται για μια κίνηση με πολιτικό βάρος, με εμπειρία, με γνώση της πραγματικότητας που κάποιοι φαίνεται να αγνοούν με αξιοθαύμαστη συνέπεια.
Κι όμως, η απάντηση της Δημοτικής Αρχής υπό τον Παναγιώτη Ανδριόπουλο δεν ήταν απλώς απογοητευτική, ήταν εκκωφαντικά απούσα. Μια σιωπή που δεν μπορεί να παρερμηνευτεί ως αμηχανία ή φόρτος εργασίας, αν και θα ήταν μια βολική εξήγηση, αλλά ως συνειδητή επιλογή αποφυγής. Διότι όταν αγνοείς ανθρώπους που έχουν περάσει από τη θέση που σήμερα κατέχεις, δεν αποφεύγεις απλώς μια συζήτηση για την πεζοδρόμηση, αποφεύγεις τον ίδιο τον καθρέφτη της πραγματικότητας, που καμιά φορά λέει αλήθειες χωρίς φίλτρο.
Ίσως τελικά το πρόβλημα να είναι βαθύτερο. Κάποιοι μπορεί να έχουν την βεβαιότητα ότι όλα λειτουργούν άψογα, ότι δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται διόρθωση, στην τελική μπορεί ο διάλογος να είναι περιττός όταν έχεις ήδη πείσει τον εαυτό σου ότι είσαι αλάνθαστος. Είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση, αυτή που μετατρέπει τη διοίκηση σε κλειστό κύκλωμα επιβεβαίωσης, όπου οι ίδιες φωνές αναπαράγουν τα ίδια συμπεράσματα, με μια άνεση που θα ζήλευε κάθε ηχώ, χωρίς καμία διάθεση αμφισβήτησης.
Η συμπολίτευση από την πλευρά της φαίνεται να έχει επιλέξει τον ρόλο του σιωπηλού συνοδοιπόρου. Δεν είναι η πρώτη φορά που η σιωπή παρουσιάζεται ως πολιτική στάση, αλλά σπάνια είναι τόσο εμφανής η απουσία οποιασδήποτε διαφοροποίησης. Είναι σαν να παρακολουθεί κανείς μια παράσταση όπου όλοι έχουν αποδεχτεί τον ρόλο τους χωρίς πρόβα, χωρίς ένσταση, χωρίς δεύτερη σκέψη και με απόλυτη προσήλωση στο σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο, αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο ανησυχητικό και επικίνδυνο.
Το ζήτημα όμως δεν είναι προσωπικό, δεν αφορά μόνο πρόσωπα και εγωισμούς. Αφορά την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο. Διότι η δημοκρατία δεν είναι διαδικασία επικύρωσης αποφάσεων, είναι διαδικασία σύγκρουσης ιδεών, ανταλλαγής απόψεων, αναγνώρισης λαθών. Όταν αυτή η διαδικασία απουσιάζει, τότε η διοίκηση μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοεπιβεβαίωσης και τίποτα περισσότερο, σχεδόν σαν να έχει πατήσει μόνιμα το κουμπί της επανάληψης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ειρωνεία. Μια Δημοτική Αρχή που θα μπορούσε να αξιοποιήσει την εμπειρία τεσσάρων πρώην Δημάρχων, επιλέγει να την αγνοήσει. Μια ευκαιρία για ουσιαστικό διάλογο μετατρέπεται σε χαμένη υπόθεση, όχι επειδή δεν υπήρχε χρόνος, αλλά επειδή δεν υπήρχε διάθεση ή τουλάχιστον έτσι δείχνει. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο, διότι η έλλειψη διάθεσης δεν διορθώνεται εύκολα, δεν καλύπτεται με ανακοινώσεις και φωτογραφίες.
Τελικά, το ερώτημα που μένει δεν είναι αν η πρόσκληση των Γιώργου Περπή, Απόστολου Καραφωτιά, Ευστάθιου (Στάθη) Θεοδωρακόπουλου και Θανάση Παναγόπουλου θα έλυνε όλα τα προβλήματα. Το ερώτημα είναι γιατί δεν δόθηκε καν η ευκαιρία να ακουστούν. Και σε αυτό το ερώτημα η απάντηση της Δημοτικής Αρχής του Παναγιώτη Ανδριόπουλου δεν μπορεί να είναι η σιωπή, γιατί κάποια στιγμή η σιωπή παύει να είναι επιλογή και γίνεται ευθύνη, όσο κι αν προσπαθεί να περάσει απαρατήρητη.
Η ευθύνη αυτή δεν είναι αφηρημένη έννοια ούτε πολιτικό σύνθημα, είναι η καθημερινή υποχρέωση απέναντι στους πολίτες, απέναντι σε μια κοινωνία που δεν ζητά θαύματα αλλά στοιχειώδη σεβασμό και διάθεση συνεργασίας. Όταν μια διοίκηση επιλέγει να αγνοεί φωνές με εμπειρία, τότε δεν αποδυναμώνει εκείνες, αλλά εξασθενεί τον ίδιο τον θεσμό που υπηρετεί, με μια συνέπεια που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Και αυτό έχει συνέπειες που δεν περιορίζονται στο παρόν, αλλά διαμορφώνουν το μέλλον. Όταν δέρνεις κύριε Δήμαρχε τους θεσμούς αυτοί σε εκδικούνται.
Το πιο ηχηρό μήνυμα λοιπόν δεν είναι η κριτική, αλλά η υπενθύμιση. Καμία εξουσία δεν είναι αυτάρκης, καμία διοίκηση δεν είναι αλάνθαστη και καμία σιωπή δεν μένει για πάντα χωρίς αντίκρισμα. Η Αιγιάλεια δεν χρειάζεται κλειστές πόρτες και επιλεκτική ακοή, χρειάζεται ανοιχτό μυαλό, διάλογο και το θάρρος να ακούς ακόμα και όταν δεν συμφωνείς. Διότι στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι οι τίτλοι και οι θέσεις, αλλά η στάση ζωής που θα τους ακολουθεί εφόρου ζωής. Η στάση αυτή είναι που κρίνει αν μια δημοτική αρχή στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων ή αν προτίμησε να τις προσπεράσει σιωπηλά, με την άνεση της συνήθειας.



