Η πόλη που όταν καίγεται τραγουδά!
Γράφει ο ΗΛΙΑΣ ΑΣΠΡΟΥΚΟΣ, Περιβαλλοντολόγος
Κάτι παράξενο συμβαίνει σε αυτή την πόλη, οι καρέκλες τρίζουν αλλά δεν σπάνε, οι παραιτήσεις πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα, και όμως το δέντρο παραμένει αγέρωχο, σχεδόν προκλητικά ατάραχο, λες και δεν το αγγίζει ούτε ο αέρας ούτε η πραγματικότητα. Μετά και την αποχώρηση του Αντιδημάρχου Δημήτρη Φιλιππάτου, πολλοί περίμεναν ότι επιτέλους θα δούμε κάτι να αλλάζει, μια κίνηση, μια έστω υποψία αυτοκριτικής, ένα σημάδι ότι κάποιος κατάλαβε τι συμβαίνει γύρω του. Αντί γι’ αυτό, είδαμε το γνώριμο έργο, σιωπή, χαμόγελα για τις φωτογραφίες, και ένα σφύριγμα αδιάφορο που θα ζήλευε και ο πιο ψύχραιμος διαιτητής.
Η πόλη μοιάζει να έχει αναπτύξει μια αλλεργία στην ευθύνη, κάθε φορά που προκύπτει ζήτημα, αντί για λύση εμφανίζεται ένα πέπλο αοριστίας, μια δήλωση χωρίς ουσία, ένα βλέμμα που κοιτάει αλλού. Είναι σαν να παίζουν ένα παιχνίδι στο οποίο όποιος παραδεχτεί το πρόβλημα χάνει, και έτσι κανείς δεν χάνει ποτέ, γιατί κανείς δεν παραδέχεται τίποτα. Εν τω μεταξύ, οι πολίτες δεν παίζουν, αλλά ζουν το μπάχαλο, περιμένουν μήπως και φανεί κανένα φως στο βάθος του τούνελ, στο τέλος αγανακτούν. Κάπου ανάμεσα στο περίμενε και στο άσε, αρχίζουν να γελάνε πικρά.
Οι παραιτήσεις δεν είναι πια είδηση, είναι ρουτίνα, σαν τον καφέ το πρωί, μόνο που αντί να ξυπνάει το σύστημα, το νανουρίζει.Φεύγει ο ένας, έρχεται ο άλλος και το έργο συνεχίζεται με το ίδιο σενάριο, χωρίς καμία ανατροπή, απολύτως καμία κάθαρση. Αν αυτό ήταν θέατρο, το κοινό θα είχε ήδη αποχωρήσει, εδώ όμως το κοινό είναι εγκλωβισμένο στην πλατεία και αναγκάζεται να παρακολουθεί την ίδια παράσταση ξανά και ξανά γνωρίζοντας το θέατρο του παραλόγου .
Εδώ έρχεται η μεγάλη απορία, μα καλά δεν βλέπουν, δεν ακούν, ή απλώς δεν τους νοιάζει. Γιατί όταν ο κόσμος τους φτύνει και αυτοί νομίζουν ότι βρέχει, δεν πρόκειται για παρεξήγηση, πρόκειται για επιλογή. Είναι η βολική εκείνη στάση που μετατρέπει την κριτική σε θόρυβο και την αγανάκτηση σε στατιστική. Όλα περνούν, όλα ξεχνιούνται, όλα καλύπτονται με μια νέα ανακοίνωση, μια νέα υπόσχεση, ένα νέο αύριο που μοιάζει όλο και πιο μακρινό.
Το πιο εντυπωσιακό όμως δεν είναι η αδιαφορία, είναι η αντοχή της. Θα περίμενε κανείς ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει ένα όριο, ένα σημείο όπου η πίεση θα γίνει τόσο μεγάλη που κάτι θα σπάσει. Έλα όμως που τίποτα δεν σπάει, όλα λυγίζουν όσο χρειάζεται για να μην αλλάξει τίποτα ουσιαστικό. Είναι μια τέχνη από μόνη της, η τέχνη του να μένεις ακλόνητος μέσα στην καταιγίδα, όχι επειδή είσαι δυνατός, αλλά επειδή κάνεις πως δεν βρέχει.
Κάπως έτσι, η πόλη συνεχίζει, με τα προβλήματα να συσσωρεύονται και τις απαντήσεις να λιγοστεύουν. Οι πολίτες συνεχίζουν να ελπίζουν, ίσως από συνήθεια, ίσως από ανάγκη, ίσως επειδή δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Οι διοικούντες συνεχίζουν να πορεύονται με τον ίδιο ρυθμό, αργό, σταθερό, σχεδόν υπνωτικό, σαν να έχουν βρει το μυστικό της ακινησίας μέσα στην κίνηση.
Αν υπάρχει ένα μάθημα σε όλο αυτό, είναι ότι η αδιαφορία δεν κάνει θόρυβο, αλλά αφήνει ίχνη. Τα ίχνη αυτά κάποια στιγμή γίνονται δρόμος, ένας δρόμος που οδηγεί είτε σε αλλαγή είτε σε πλήρη αποδοχή του τίποτα. Το ερώτημα είναι ποιον δρόμο θα διαλέξει αυτή η πόλη, και αν τελικά θα ιδρώσει ποτέ, έστω και λίγο, πριν καεί ολοκληρωτικά και οδηγηθεί στο μείον.
Τελικά αυτή η πόλη μοιάζει με ένα αερόστατο το οποίο φουσκώνει με τις επευφημίες εκείνων που βρίσκονται εκτός πραγματικότητας. Τέλος δε θα πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι τα πρόσωπα δίνουν αξία στους θεσμούς.



