Ρουσφέτι Α.Ε., η χώρα που ποινικοποιεί τον εαυτό της
Του Ηλία Ασπρούκου, Περιβαλλοντολόγου
Υπάρχουν αλήθειες που δεν χρειάζονται αποδείξεις, γιατί τις ζούμε καθημερινά, η μεγαλύτερη αλήθεια είναι αυτή που κανείς δεν παραδέχεται δημόσια, ότι το ρουσφέτι δεν είναι απλώς μια παθογένεια, είναι το άτυπο Σύνταγμα αυτής της χώρας. Ένα σύστημα που δεν επιβλήθηκε, αλλά καλλιεργήθηκε, δεν επιβίωσε τυχαία, συντηρήθηκε με συνέπεια και συμμετοχή.
Στην χώρα που γέννησε το ρουσφέτι προσπαθούν τώρα να το ποινικοποιήσουν, μπορεί η φράση αυτή να ακούγεται σαν κακόγουστο αστείο που λέγεται ξανά και ξανά μέχρι να πάψει να προκαλεί γέλιο και να αρχίσει να προκαλεί ανησυχία. Γιατί δεν είναι ότι δεν ξέραμε, ή ό, τι πέσαμε από τα σύννεφα, είναι ότι ξαφνικά κάποιοι κάνουν πως δεν θυμούνται. Κατά όπως φαίνεται η λήθη στην Ελλάδα δεν είναι αδυναμία, είναι στρατηγική.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει την δεκαετία του 1980, τότε που ο ένας εργαζόμενος καθόταν πάνω στον άλλον, τότε που το δημόσιο είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο σαλόνι εξυπηρετήσεων, τότε που τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα όχι μόνο για δουλειά αλλά και για διευθετήσεις, για μεταθέσεις, για αποσπάσεις, για τακτοποιήσεις. Τότε που τα πτυχία ήταν διακοσμητικά στοιχεία και η πραγματική αξία μετριόταν σε γνωριμίες και σε χρώματα. Πράσινα κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά. Το τηλέφωνο δεν ήταν μέσο επικοινωνίας, ήταν εργαλείο εξουσίας, η φωνή στην άλλη άκρη ήταν εκείνη που καθόριζε ζωές με μια φράση, με ένα νεύμα, με ένα ναι, που ποτέ δεν γραφόταν αλλά πάντα ίσχυε.
Σήμερα πίνοντας έναν καφέ στην μάνα του Θερμαϊκού άκουσα έναν πρώην ΠΑΣΟΚονα σου μιλάει σαν να μην πέρασε μια μέρα. Να μου εξηγεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια που σχεδόν με σόκαρε ότι δεν άλλαξε τίποτα, απλώς εξελίχθηκε η τεχνική. Δεν αρκεί να αρπάζεις μου λέει, πρέπει να ξέρεις και να κρύβεις. Δεν είναι πια η εποχή της ωμής επίδειξης, είναι η εποχή της κομψής συγκάλυψης. Κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι το ρουσφέτι δεν πέθανε ποτέ, απλώς πήρε μία άλλη μορφή.
Τον κοιτάς και δεν απαντάς, όχι γιατί δεν έχεις τι να πεις, αλλά γιατί όλα έχουν ειπωθεί εδώ και δεκαετίες και τίποτα δεν άλλαξε. Το μυαλό φεύγει πίσω, σε γραφεία γεμάτα φακέλους που δεν ανοίγονταν ποτέ αν δεν υπήρχε το σωστό τηλεφώνημα, σε διαδρόμους που μύριζαν καφέ και εξυπηρέτηση, σε ανθρώπους που περίμεναν την σειρά τους όχι με βάση την αξία αλλά με βάση το ποιος τους σύστησε. Μέσα σε όλο αυτό το θέατρο αντιπαράθεσης, με τις ταμπέλες να αλλάζουν και τα στρατόπεδα να υψώνουν σημαίες, υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία. Στα μεγάλα, στα σοβαρά, στα ουσιαστικά, κανείς δεν χαλούσε την πιάτσα. Ο ένας φρόντιζε τα παιδιά του άλλου και όλοι μαζί φρόντιζαν να συντηρείται το σύστημα. Η πόλωση ήταν για τα μάτια του κόσμου, η συνεργασία για τα μάτια της εξουσίας.
Αν κάποιος νομίζει ότι αυτά είναι παλιά, ότι ανήκουν σε μια άλλη Ελλάδα, αρκεί να κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά. Από την ίδρυση του κράτους μέχρι σήμερα, το νήμα δεν κόπηκε ποτέ. Απλώς έγινε πιο λεπτό, πιο διακριτικό, πιο δύσκολο να το δεις αν δεν θέλεις να το δεις. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλώς, εξελίσσεται με τους ίδιους πρωταγωνιστές σε διαφορετικούς ρόλους.
Κάποιος ακροατής της κουβέντας γελάει και λέει τι ψάχνεις, όποιο κόμμα και αν ψηφίσεις το ίδιο έργο θα δεις, σε όποιο κόμμα και αν ανήκεις το ίδιο κόμμα θα σε κυβερνά είτε μπλε με πράσινες βούλες είτε ροζ με πράσινες βούλες. Όσο υπερβολικό και αν ακούγεται, έχει μέσα του μια ενοχλητική δόση αλήθειας. Γιατί οι μηχανισμοί δεν αλλάζουν με ταμπέλες, αλλάζουν με συγκρούσεις, αυτές οι συγκρούσεις σπανίζουν. Αντίθετα, βλέπεις πρόσωπα να μετακινούνται με άνεση, να αλλάζουν στρατόπεδα χωρίς να αλλάζουν συνήθειες, να κουβαλούν μαζί τους μια κουλτούρα που δεν έχει χρώμα, έχει μόνο συμφέρον.
Κάπου εκεί θυμήθηκα εκείνον τον γέροντα που μιλούσε για αριστεία και αξιοκρατία, σαν να μιλούσε για κάτι εξωτικό, σχεδόν ουτοπικό. Έναν άνθρωπο που δεν πήρε ποτέ θέση, δεν μπήκε ποτέ στο παιχνίδι, δεν έμαθε ποτέ να τηλεφωνεί την κατάλληλη στιγμή στον κατάλληλο άνθρωπο. Έφυγε φτωχός, ίσως και πικραμένος, αλλά με κάτι που σήμερα μοιάζει πολυτέλεια, το ονόμαζε καθαρή συνείδηση. Σε μια χώρα που έκανε την λαμογιά καθημερινότητα και το ρουσφέτι θεσμό, η αξιοκρατία ακούγεται σαν ανέκδοτο που κανείς δεν γελάει πια. Όμως συνεχίζουμε να ψάχνουμε τους ενόχους σαν να είναι μεμονωμένες περιπτώσεις, σαν να είναι ατυχήματα σε ένα κατά τα άλλα υγιές σύστημα. Ενώ στην πραγματικότητα το σύστημα αυτό εκπαιδεύει, παράγει και αναπαράγει τον ίδιο τύπο ανθρώπου, τον άνθρωπο που έμαθε ότι η επιτυχία δεν είναι θέμα προσπάθειας αλλά θέμα πρόσβασης.
Ο φραπές δεν είναι απλώς ένα ρόφημα, είναι νοοτροπία. Είναι η χαλαρότητα απέναντι στους κανόνες, η βεβαιότητα ότι κάπως θα βολευτείς, ότι κάποιος θα σε τραβήξει από το μανίκι την κατάλληλη στιγμή. Είναι η πίστη στον εύκολο δρόμο, όχι γιατί είναι πιο σύντομος, αλλά γιατί είναι ο μόνος που διδάχθηκες.
Έτσι φτάνουμε στο σήμερα, όπου το ρουσφέτι δεν χρειάζεται να φωνάζει, δεν χρειάζεται να επιδεικνύεται, λειτουργεί σιωπηλά, σχεδόν θεσμικά, με έναν τρόπο που κάνει την παρανομία να μοιάζει κανονικότητα. Και όταν κάποιος προσπαθεί να το ποινικοποιήσει, δεν συγκρούεται απλώς με μια πρακτική, συγκρούεται με μια κουλτούρα δεκαετιών.
Τελικά, ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι ότι δεν έχουμε νόμους, είναι ότι έχουμε μάθει να ζούμε πάνω και γύρω από αυτούς. Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τι είναι σωστό, αλλά ότι έχουμε μάθει να το παρακάμπτουμε με ευρηματικότητα που θα ζήλευαν και οι πιο δημιουργικοί λαοί.
Οπότε πριν αναρωτηθούμε αν θα αλλάξει κάτι, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει. Γιατί το ρουσφέτι δεν είναι μόνο των άλλων, είναι και δικό μας όταν μας βολεύει. Όσο αυτό δεν αλλάζει, καμία ποινικοποίηση δεν θα είναι αρκετή για να σβήσει κάτι που δεν είναι απλώς πράξη, αλλά ταυτότητα που μας χαρακτηρίζει από την στιγμή που γεννήθηκε το Ελληνικό κράτος, δημιουργήθηκε και το Ελληνικό παρακράτος.
Τώρα στήνεται ένα σκηνικό δήθεν εξυγίανσης, έρχονται και μας συστήνουν να το καταδικάσουμε, σχεδόν σαν να πρόκειται για κάτι ξένο, κάτι που μας βρήκε απροετοίμαστους. Μόνο που το ρουσφέτι δεν ήρθε απ’ έξω, το χτίσαμε, το υπηρετήσαμε, το ανεχτήκαμε. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά ειλικρινείς, το αγαπήσαμε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Η ουσιαστική έννοια του ρουσφετιού( Rousfet στην Τουρκική ) μεταφράζεται από τον λαϊκό ποιητή: “Ροβόλατα, ροβόλατα, τα γίδια και τα πρόβατα, φέρ’τα από εδώ, φέρ’τα από εκεί, βάλ’τα να μπούνε στο μαντρί”



