Του Ηλία Ασπρούκου Περιβαλλοντολόγου
Πλέον το πολιτικό σκηνικό αλλάζει με ταχύτητες που θυμίζουν τηλεοπτικό σίριαλ σε περίοδο υψηλής τηλεθέασης. Και μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο Νίκος Ανδρουλάκης φαίνεται να χάνει τη μοναδική ευκαιρία που είχε εδώ και δύο χρόνια να βγει πραγματικά μπροστά ως ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης. Μια ευκαιρία που παρουσιάστηκε σχεδόν έτοιμη στο πιάτο, αλλά το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του κατάφεραν να την αφήσουν να χαθεί μέσα από τα χέρια τους. Το αποτέλεσμα είναι πλέον το κόμμα να φλερτάρει επικίνδυνα με την τρίτη θέση, εκεί όπου κανείς δεν ονειρεύεται να βρίσκεται όταν μιλά για επιστροφή στην εξουσία, κάτι που είχα προβλέψει εδώ και καιρό μέσα από την αρθρογραφία μου.
Την ίδια στιγμή, μια……χαροκαμένη μάνα που ζητά δικαιοσύνη κατάφερε αρχικά να ενώσει ένα εντυπωσιακό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το 84% των πολιτών συμφωνούσε σε κάτι τόσο ξεκάθαρα. Όμως δίπλα της βρέθηκαν ετερόκλητα πολιτικά στοιχεία, με προγράμματα που θυμίζουν περισσότερο έκθεση ιδεών παρά κυβερνητική πρόταση. Και κάπου εκεί, ο λόγος έγινε πιο διχαστικός από όσο άντεχε η κοινωνία. Εκεί που είχε καταφέρει να ενώσει, κατάφερε με ορισμένες δηλώσεις να διχάσει. Με μια κίνηση, το γάλα χύθηκε και ένα σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης άρχισε να απομακρύνεται, όταν στην συγκέντρωση που έκανε στην Θεσσαλονίκη εκεί που άλλοτε γέμιζε την πλατεία, τώρα μαζεύτηκαν τρεις νοματαίοι και παντελής απουσία της νεολαίας, που τόσο καιρό βρισκόταν δίπλα της διεκδικώντας δικαιοσύνη.
Από την άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί τη δική του επιστροφή. Ένας πολιτικός που κατάφερε να ενώσει τις συνιστώσες της επονομαζόμενης Αριστεράς και να δώσει στον ΣΥΡΙΖΑ τον τίτλο της μεγάλης προοδευτικής παράταξης. Βέβαια, τότε οι συνιστώσες ήταν τόσες πολλές που πολλές φορές έμοιαζε σαν κάθε μέλος να αποτελεί και ξεχωριστή συνιστώσα.
Ήταν εκείνος που μας σύστησε το περίφημο «πρώτη φορά Αριστερά», έχοντας συγκυβερνήτη τον Πάνο Καμμένο επί σειρά ετών, σε μια πολιτική συνεργασία που ακόμη και σήμερα δυσκολεύονται πολλοί να εξηγήσουν χωρίς να χαμογελάσουν αμήχανα. Τα παρατράγουδα ήταν πολλά, οι αντιφάσεις ακόμη περισσότερες.
Στη συνέχεια αποχώρησε, αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ να επιστρέψει περίπου στα φυσιολογικά του εκλογικά επίπεδα.Τώρα επανεμφανίζεται με νέο πολιτικό εγχείρημα, το οποίο φέρει τον τίτλο «ΕΛΑΣ», με ένα μόνο Λ. Μια ονομασία που προκάλεσε περισσότερα σηκωμένα φρύδια παρά χειροκροτήματα στον χώρο της Αριστεράς. Είναι από εκείνες τις πολιτικές εμπνεύσεις που κάνουν τους αντιπάλους να γελούν και τους φίλους να ψάχνουν δικαιολογίες.Δεν μπορεί ένας άνθρωπος που έκλεισε τις τράπεζες και έκανε ο κόσμος ουρές για να πάρει 30 ή 50 ευρώ έκαστος και αντί να φορολογήσει τους εφοπλιστές την εποχή εκείνη φορολόγησε την μεσαία τάξη (Juncker) να διεκδικεί με αναπαλαίωση τη δημιουργία του ΣυΡιζΑ 2 . Και εδώ φαίνεται η ανημποριά του κυρίου Ανδρουλάκη να του πάρει τη δεύτερη θέση.

Η κυβέρνηση παρακολουθεί σχεδόν απορημένη. Η Αριστερά κλαίει, η Νέα Δημοκρατία χαμογελά και πολλοί αναρωτιούνται ποιο φωτεινό μυαλό σκέφτηκε έναν τίτλο που περισσότερο προκαλεί συνειρμούς παρά πολιτικό ενθουσιασμό. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς τα υπόλοιπα παρατράγουδα που εξελίσσονται στον ευρύτερο χώρο της αντιπολίτευσης, τότε το πολιτικό σκηνικό αποκτά ολοένα και περισσότερα χαρακτηριστικά τηλεοπτικής σάτιρας.
Η επόμενη Βουλή που θα προκύψει από τις κάλπες είναι πολύ πιθανό να θυμίζει περισσότερο εκπομπή της Αννίτας Πάνια παρά το παραδοσιακό πολιτικό σκηνικό που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Νέα κόμματα, παλιοί αρχηγοί, προσωπικές ατζέντες, πολιτικές μεταγραφές και διαρκείς ανακατατάξεις συνθέτουν ένα σκηνικό όπου κανείς δεν φαίνεται ικανός να απειλήσει σοβαρά την κυβέρνηση.
Και κάπως έτσι γεννάται το μεγάλο πολιτικό παράδοξο. Όλοι μοιάζουν να εργάζονται, άθελά τους ή μη, για να παραμείνει πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης και να συνεχίσει να κυβερνά η Νέα Δημοκρατία με αυτοδυναμία. Όσο η αντιπολίτευση αναλώνεται σε εσωτερικές συγκρούσεις, προσωπικές στρατηγικές και πολιτικά πειράματα, τόσο η κυβέρνηση βρίσκει χώρο να αναπνέει, ακόμη και όταν κάνει λάθη.
Σε αυτό το σημείο γεννιέται ένα απλό ερώτημα. Γιατί μας εκπλήσσουν οι αστοχίες της κυβέρνησης, όταν απέναντί της βρίσκεται μια αντιπολίτευση που μοιάζει ανίκανη να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική πρόταση εξουσίας;
Στην πολιτική, όπως και στο ποδόσφαιρο, δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος. Συνήθως βγαίνει ωφελημένος εκείνος που βρίσκει απέναντί του τους πιο πρόθυμους χορηγούς της νίκης του.



