ΟΛΟΕΝΑ ΚΑΙ ΛΙΓΟΣΤΕΥΕΙ Ο ΜΟΝΙΜΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΧΩΡΙΑ – ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΕΝ ΕΥΝΟΟΥΝ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΝΕΩΝ
Η εικόνα στα χωριά της ορεινής Ανατολικής Αιγιάλειας αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το δημογραφικό και αναπτυξιακό αδιέξοδο της ελληνικής υπαίθρου. Παράλληλα, οι λιγοστοί μόνιμοι κάτοικοι, τα κλειστά σπίτια και τα εγκαταλελειμμένα μαγαζιά δείχνουν μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο δύσκολη. Επιπλέον, οι ελλείψεις σε Υγεία και Παιδεία και οι πλατείες που ζωντανεύουν μόνο σε περιόδους αιχμής ενισχύουν το αίσθημα εγκατάλειψης.
Η ερημοποίηση δεν αποτελεί πλέον θεωρητική συζήτηση. Αντίθετα, είναι μια καθημερινή εμπειρία για τους κατοίκους της ορεινής Αιγιάλειας. Οι νέοι εγκαταλείπουν τα χωριά αναζητώντας εργασία και καλύτερες προοπτικές στα αστικά κέντρα. Ως αποτέλεσμα, η φυσική ανανέωση του πληθυσμού είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Τα στοιχεία της απογραφής επιβεβαιώνουν την τάση: ο Δήμος Αιγιαλείας έχασε σχεδόν 3.000 μόνιμους κατοίκους μεταξύ 2011 και 2021.
Σε χωριά της Νωνάκριδας, το δημογραφικό πρόβλημα συνοδεύεται από τη σταδιακή αποδυνάμωση βασικών υποδομών. Για παράδειγμα, το κλείσιμο σχολικών μονάδων, η απόσταση από υπηρεσίες υγείας και οι δυσκολίες στις μετακινήσεις ενισχύουν το αίσθημα απομόνωσης. Συνεπώς, οι κάτοικοι καλούνται να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις ακόμη και για απλές διοικητικές ή ιατρικές ανάγκες, γεγονός που μειώνει περαιτέρω την ποιότητα ζωής.
Την ίδια στιγμή, ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Ειδικότερα, το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι περιορισμένες δυνατότητες εμπορικής αξιοποίησης των προϊόντων αποθαρρύνουν τους νεότερους από το να επενδύσουν στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή.

Η τουριστική Ζαρούχλα και τα σκαμπανεβάσματα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ζαρούχλα, ένα από τα ομορφότερα ορεινά χωριά της Αχαΐας. Παρότι διαθέτει σημαντική τουριστική δυναμική, η εικόνα αλλάζει δραματικά μόλις ολοκληρωθούν οι περίοδοι αιχμής. Οι μόνιμοι κάτοικοι λιγοστεύουν και οι νέοι αναζητούν εργασία στις πόλεις. Έτσι, η εποχική επισκεψιμότητα δεν αρκεί για να ανατρέψει τη δημογραφική φθορά ούτε να στηρίξει την τοπική οικονομία σε ετήσια βάση.
Η πρόεδρος της κοινότητας, Αριάδνη Χαντζή, περιγράφει την κατάσταση στο Protionline.gr: «Τον χειμώνα μένουν 10 οικογένειες. Την άνοιξη γίνονται 25. Τον Αύγουστο ανοίγουν όλα τα παραθεριστικά σπίτια και έχουμε πολλούς επισκέπτες». Ωστόσο, η πτώση του πληθυσμού επηρεάστηκε από την κρίση, την πανδημία και φέτος από την ακρίβεια, που μείωσε την επισκεψιμότητα.
Κατά πόσο όμως ευνοούν οι συνθήκες κάποιον να εγκατασταθεί μόνιμα στη Ζαρούχλα; Σύμφωνα με την πρόεδρο, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Δεν υπάρχει συγκοινωνία, το σχολείο έχει κλείσει εδώ και τριάντα χρόνια και το ιατρείο δεν λειτουργεί τα τελευταία δώδεκα. Κατά συνέπεια, οι οικογένειες δεν μπορούν να στηρίξουν μια μόνιμη εγκατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, έχουν γίνει καθαρισμοί δρόμων και οργανωμένες παρεμβάσεις από Δασαρχείο, Περιφέρεια και Δήμο, με την ελπίδα να συνεχιστούν.

Το ιστορικό Μεσορρούγι με τους οκτώ μόνιμους κατοίκους
Ακόμη πιο έντονα εμφανίζεται το πρόβλημα στο Μεσορρούγι. Το ιστορικό χωριό, χτισμένο στις πλαγιές του Χελμού, διαθέτει μοναδική αρχιτεκτονική και σπάνιο φυσικό περιβάλλον. Παρόλα αυτά, ο πληθυσμός γερνά και τα σπίτια μένουν κλειστά για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Οι καθημερινές ανάγκες των κατοίκων εξαρτώνται από μετακινήσεις στην Ακράτα, λόγω έλλειψης βασικών υπηρεσιών και επαγγελματικών ευκαιριών.
Ο πρόεδρος, Κωνσταντίνος Παπαγιαννόπουλος, αναφέρει στο Protionline.gr ότι το χωριό έχει μόλις οκτώ μόνιμους κατοίκους. «Τα καλοκαίρια ξεπερνάμε τα 20 άτομα. Για ένα δεκαήμερο το χωριό παρουσιάζει άλλη εικόνα». Ωστόσο, η απουσία καταλυμάτων περιορίζει τη δυναμική φιλοξενίας. Τη δεκαετία του ’60 το χωριό είχε περίπου 60 κατοίκους, γεγονός που δείχνει το μέγεθος της συρρίκνωσης.
Η αποδυνάμωση των υποδομών είναι εμφανής. Δεν υπάρχει εκπαιδευτική δραστηριότητα, οι υπηρεσίες υγείας βρίσκονται μακριά και οι συνθήκες στην αγροτική παραγωγή αποθαρρύνουν τους νέους. Παράλληλα, οι κάτοικοι προσπαθούν να διατηρούν το χωριό καθαρό, με όσες παρεμβάσεις μπορούν να γίνουν.

Υπάρχουν τα πλεονεκτήματα, λείπουν οι προοπτικές
Κι όμως, η περιοχή διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Συγκεκριμένα, το φυσικό περιβάλλον, η ιστορία, τα μοναστήρια, τα μονοπάτια και η ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα μπορούν να αποτελέσουν βάση για ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο. Αυτό θα μπορούσε να συνδυάζει αγροτουρισμό, ορεινό τουρισμό, τοπική παραγωγή και ψηφιακή εργασία.
Προϋπόθεση, όμως, αποτελεί η ουσιαστική ενίσχυση των υποδομών. Σύγχρονο οδικό δίκτυο, αξιόπιστες τηλεπικοινωνίες, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, καθώς και κίνητρα για νέες οικογένειες και επαγγελματίες, είναι απαραίτητα για να παραμείνουν τα χωριά ζωντανά.
Η ερημοποίηση της ορεινής Δ.Ε. Ακράτας δεν αφορά μόνο τους λίγους κατοίκους που ζουν εκεί. Αντίθετα, αφορά συνολικά την Αιγιάλεια και την ισόρροπη ανάπτυξή της. Η εγκατάλειψη της ορεινής ενδοχώρας συνεπάγεται απώλεια παραγωγικού δυναμικού, πολιτιστικής κληρονομιάς και φυσικού πλούτου.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η ύπαιθρος αδειάζει. Αυτό έχει ήδη συμβεί. Το ζητούμενο είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα επιτρέψει στις κοινότητες της ορεινής Αιγιάλειας να αποκτήσουν ξανά προοπτική και να πάψουν να αποτελούν ακόμη ένα παράδειγμα της σιωπηλής ερημοποίησης της ελληνικής περιφέρειας.



