Του Ηλία Ασπρούκου – Περιβαλλοντολόγου
Υπάρχει μια παλιά λαϊκή σοφία που λέει πως όταν δύο επιμένουν να κονταροχτυπιούνται για κάτι που δεν τους ανήκει, το θέαμα είναι τουλάχιστον διασκεδαστικό, αν όχι αποκαλυπτικό. Στην περίπτωσή μας, δεν μιλάμε για χωράφια ούτε για στάβλους, αλλά για μια πόλη που έγινε πεδίο φιλοδοξίας, ίντριγκας και προσωπικής ματαιοδοξίας. Δύο πρόσωπα, με κοινή αφετηρία, ήρθε η ώρα να διεκδικήσουν κάτι πιο χειροπιαστό, την εξουσία.
Ξεκίνησαν κάποτε ως παρατηρητές, με το βλέμμα στραμμένο στα κακώς κείμενα, κατέληξαν η κριτική τους να γίνεται εργαλείο επιβολής, η αντικειμενικότητα άρχισε να μοιάζει με παλιό ρούχο που δεν τους χωρά πια. Δεν είναι κακό να φιλοδοξεί κανείς, αλλά όταν η φιλοδοξία ντύνεται με το μανδύα της ηθικής ανωτερότητας, τότε το θέαμα αποκτά άλλη διάσταση.
Οι δυο τους δεν χάνουν ευκαιρία να εκτοξεύουν υπαινιγμούς, να στήνουν μικρά λεκτικά καρφιά και να μετρούν ποιος θα επικρατήσει στο παιχνίδι των εντυπώσεων. Ο ένας βλέπει στον άλλον όχι έναν αντίπαλο, αλλά έναν καθρέφτη που αντανακλά όσα προσπαθεί να κρύψει. Η διαμάχη τους θυμίζει περισσότερο καβγά σε καφενείο παρά σοβαρή αντιπαράθεση για το κοινό καλό.
Η πόλη παρακολουθεί. Άλλοι γελούν, άλλοι αγανακτούν, οι περισσότεροι όμως απλώς απορούν. Γιατί ενώ τα προβλήματα ζητούν λύσεις, εκείνοι μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε μια ατέρμονη ανταλλαγή κατηγοριών. Ο λόγος τους, που κάποτε είχε τη δύναμη να επηρεάζει, τώρα ξοδεύεται σε προσωπικές μονομαχίες. Το κοινό αρχίζει να κουράζεται, όχι από την ένταση, αλλά από την επανάληψη του ίδιου μοτίβου.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον, οι δυο τους θεωρούν πως είναι οι μοναδικοί ικανοί να οδηγήσουν την πόλη μπροστά. Μιλούν για όραμα, αλλαγή και ανάγκη ανανέωσης. Όμως όταν το όραμα συνοδεύεται από πικρία και η αλλαγή από εμπάθεια, τότε η αξιοπιστία αρχίζει να ξεθωριάζει. Δεν αρκεί να καταγγέλλεις τους άλλους, πρέπει και να αποδεικνύεις πως μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η ιστορία είναι γεμάτη από ανθρώπους που ξεκίνησαν ως επικριτές και κατέληξαν να θέλουν να γίνουν πρωταγωνιστές.
Ίσως τελικά η παροιμία να μην είναι απλώς μια χαριτωμένη εικόνα. Όταν δύο επιμένουν να μαλώνουν για κάτι που δεν έχουν ακόμη κατακτήσει, το αποτέλεσμα είναι περισσότερο θόρυβος παρά ουσία. Όσο συνεχίζουν να συγκρούονται, τόσο απομακρύνονται από αυτό που υποτίθεται πως θέλουν να πετύχουν.
Σαν να μην έφτανε αυτό, άλλοι πάλι που αυτοπροσδιορίζονται σωτήρες και θέλουν να ορίσουν τις ζωές μας, στήνουν πηγαδάκια και μην έχοντας κάνει τίποτα ουσιαστικό στην ζωή τους, κοιτάνε με τι τρόπο θα πάρουν ρόλο στα δρώμενα της πόλης. Γέμισε ο τόπος με φιγούρες που ανταλλάσσουν αιχμές, διεκδικούν ρόλους, μαλώνουν σε έναν αχυρώνα που δεν τους ανήκει.
Ίσως τελικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας να μην είναι ποιος θα επικρατήσει, αλλά αν υπάρχει κάποιος άνθρωπος ουσίας που παρακολουθεί σιωπηλά και ετοιμάζεται να πάρει τη θέση τους. Γιατί όταν όλοι οι παραπάνω επιμένουν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, συχνά χάνουν αυτό που συμβαίνει γύρω τους. Τότε είναι που το παιχνίδι αλλάζει χωρίς να το καταλάβουν.
Ο χρόνος, δεν αλλάζει τους ανθρώπους απλώς αποκαλύπτει τα πραγματικά πρόσωπα τους. Σε κάποιους βγάζει τον καθρέπτη της ψυχής τους και σε άλλους κατεβάζει τις μάσκες που φοράνε.



