Του Ηλία Ασπρούκου – Περιβαλλοντολόγου
Υπάρχουν στιγμές που μια πόλη δείχνει να εγκαταλείπει σιωπηλά τον ίδιο της τον εαυτό. Το Αίγιο, δυστυχώς, δίνει ολοένα και περισσότερο αυτή την εικόνα. Δρόμοι άδειοι, εμπορικά καταστήματα που παλεύουν να επιβιώσουν, γειτονιές χωρίς ζωή και μια αγορά που σβήνει νωρίς, σαν να έχει αποδεχθεί τη μοίρα της. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι το κέντρο μοιάζει με κρανίου τόπο, τόσο ερημωμένο που, μεταφορικά, «λαλούν οι κουκουβάγιες». Και ενώ η πόλη έχει ανάγκη από κάθε αφορμή που μπορεί να της δώσει ζωή, επισκέπτες και αισιοδοξία, επιλέγει να απομακρύνει ακόμη και τον πολιτισμό.
Είναι και εκείνες οι αποφάσεις που αποτυπώνουν ξεκάθαρα τις προτεραιότητες μιας δημοτικής αρχής. Όταν ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως πηγή εύκολου εσόδου αντί ως επένδυση για την κοινωνία, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς και ως έτυχε το ύψος του ενοικίου ενός θεάτρου.
Είναι η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει πολιτισμός. Στην Αιγιάλεια, οι συνεχείς αυξήσεις στο κόστος παραχώρησης του θεάτρου «Γ. Παππάς» και οι αλλεπάλληλες ακυρώσεις παραστάσεων δεν αποτελούν μια απλή διοικητική επιλογή. Αντιθέτως είναι ένα ηχηρό μήνυμα ότι η πόλη κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ πιο πολύτιμο από μερικές εισπράξεις, τη θέση της στον πολιτιστικό χάρτη.
Η συνεχής αύξηση του κόστους παραχώρησης του θεάτρου «Γ. Παππάς», από 500 ευρώ πριν από λίγα χρόνια, στα 1.000 και πλέον στα 1.500 ευρώ ανά παράσταση, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα, ο πολιτισμός φαίνεται να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πηγή εσόδων παρά ως δημόσιο αγαθό. Και αυτό συμβαίνει την ώρα που γειτονικοί δήμοι επιλέγουν να στηρίξουν τις παραγωγές, παραχωρώντας δημοτικούς χώρους ακόμη και δωρεάν, αναγνωρίζοντας ότι το πραγματικό κέρδος δεν μετριέται μόνο στο ταμείο, αλλά στην ποιότητα ζωής, στην κίνηση της αγοράς και στην εξωστρέφεια μιας περιοχής.
Ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, η αύξηση εφαρμόστηκε και σε παραγωγές που είχαν ήδη προγραμματίσει την παρουσία τους με διαφορετικά οικονομικά δεδομένα.
Πρόκειται για μια πρακτική που γεννά εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι του θεάτρου, αλλά και για το πόσο αξιόπιστος μπορεί να θεωρείται ένας δήμος όταν αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού εκ των υστέρων.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Παραστάσεις όπως ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», ο «Ξυλούρης» και η «Μαύρη Χήρα» δεν θα ανέβουν τελικά στη σκηνή του Αιγίου. Με αποτέλεσμα να χάνονται βραδιές ψυχαγωγία και πολλές ευκαιρίες για την τοπική αγορά, για τα καταστήματα της πόλης, για την εξωστρέφεια της Αιγιάλειας και κυρίως, για τους πολίτες που δικαιούνται πρόσβαση στον πολιτισμό.
Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που το Αίγιο έχει ανάγκη όσο ποτέ από γεγονότα που θα φέρουν κόσμο στην πόλη. Αντί να δημιουργούνται αφορμές ώστε να γεμίσουν οι δρόμοι, τα καφέ, τα εστιατόρια και τα καταστήματα, χάνονται μία-μία οι ευκαιρίες που θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν μια αγορά η οποία ήδη δοκιμάζεται. Σε μια πόλη που ερημώνει επικίνδυνα, η απομάκρυνση του πολιτισμού δεν είναι απλώς ένα ακόμη λάθος, μα μια επιλογή που επιταχύνει την παρακμή.
Η δημόσια παρέμβαση ανθρώπων του θεάτρου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Όταν επαγγελματίες του χώρου επιλέγουν να εκφράσουν δημόσια την απογοήτευσή τους, η ζημιά δεν περιορίζεται σε μία χαμένη παράσταση. Πλήττεται η εικόνα της Αιγιάλειας στον καλλιτεχνικό κόσμο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η περιοχή δεν αποτελεί πλέον φιλόξενο προορισμό για πολιτιστικές διοργανώσεις.
Η Δημοτική Αρχή οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Ποια είναι η στρατηγική της για τον πολιτισμό; Θέλει πραγματικά το θέατρο ζωντανό ή θεωρεί ότι αρκεί να εισπράττει περισσότερα από λιγότερες παραστάσεις; Γιατί, αν η λογική είναι ότι κάθε πολιτιστική δράση πρέπει να αποφέρει άμεσο οικονομικό όφελος στον δήμο, τότε χάνεται η ουσία της αυτοδιοίκησης.
Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια ούτε λογιστική εγγραφή σε έναν προϋπολογισμό. Είναι επένδυση στην κοινωνία, στην παιδεία, στην τοπική οικονομία και κυρίως στην ταυτότητα μιας πόλης. Οι πόλεις που το ξεχνούν, αργά ή γρήγορα, μένουν με άδειες σκηνές, κλειστές αυλαίες και πολίτες που αναζητούν αλλού όσα δεν βρίσκουν στον τόπο τους.
Οι πόλεις δεν κρίνονται μόνο από τα έργα που κατασκευάζουν, αλλά και από τις αξίες που υπηρετούν. Όταν μια πόλη μοιάζει να αδειάζει από ζωή και οι ελάχιστες ευκαιρίες που μπορούν να της δώσουν ανάσα χάνονται μέσα σε μια λογική εισπρακτικής διαχείρισης, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Δεν χάνεται απλώς μια θεατρική παράσταση αλλά καταστρατηγείται η ψυχή της πόλης.
Αν το Αίγιο συνεχίσει να διώχνει τον πολιτισμό, θα συνεχίσει να βλέπει τους δρόμους του να αδειάζουν, την αγορά του να μαραζώνει και τους ανθρώπους του να αναζητούν ζωή αλλού. Τότε, όταν πέσει οριστικά η αυλαία, δεν θα μείνει τίποτε άλλο παρά η σιωπή μιας πόλης που κάποτε έσφυζε από ζωή.



