background img
banner
banner

Η Πολιτιστική Κληρονομιά της Αιγιάλειας: 10. Αρχαία Ελίκη: η πρωτεύουσα πόλη, μέρος IV

-Από την Ντόρα Κατσωνοπούλου, Αρχαιολόγο*-

Οι δε Μυκήνας είχον, … Αίγιον αμφινέμοντο Αιγιαλόν τ’ ανά πάντα και αμφ’ Ελίκην ευρείαν. Ιλιάδα, 569-575

Στην διάρκεια του ερευνητικού μας έργου στην περιοχή της Αρχαίας Ελίκης τα τελευταία 30 χρόνια, οι αρχαιολογικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν πάντοτε συνδυαστικά με τις γεωλογικές και σεισμολογικές, αφού η κατανόηση της γεωμορφολογίας και τεκτονικής της περιοχής έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο για τον επιτυχή εντοπισμό της Αρχαίας Ελίκης, όπως και έγινε τελικά από την ομάδα μας, στην ξηρά και όχι στην θάλασσα. Σε αυτό το πλαίσιο, τα στοιχεία των ερευνών και μελετών ανέδειξαν την συνολική εικόνα της γεωμορφολογίας της περιοχής διαχρονικά και καθόρισαν με σαφήνεια τις αλλαγές που επέφερε σε αυτήν το σεισμικό φαινόμενο του 373 π.Χ.

Όπως ήδη περιέγραψα στο προηγούμενο άρθρο μου (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ), οι ανασκαφές της ομάδας μας στην περιοχή της σύγχρονης Ελίκης/Βαλιμιτίκων, έφεραν στο φως έναν ακμαίο υστεροκλασικό-ελληνιστικό οικισμό (β’ μισό 4ου-τέλη 2ου αι. π.Χ.) που αναπτύχθηκε λίγες σχετικά δεκαετίες μετά τον σεισμό, στα δυτικά της λίμνης/ λιμνοθάλασσας που κατέλαβε την θέση της κατεστραμμένης περιοχής της Ελίκης. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι ένα είδος υδάτινου χώρου/λίμνης υπήρχε σχεδόν σε όλες τις περιόδους στην περιοχή, μικρότερου όμως μεγέθους, που αυξήθηκε μετά τον σεισμό με την εισροή υδάτων από την θάλασσα. Επειδή όμως παράλληλα με την σεισμικότητα, στην περιοχή υπήρξε πάντοτε έντονη δράση των ποταμών που διαρρέουν την πεδιάδα, κυρίως του Σελινούντα και του Κερυνίτη (εικόνα 1 κεντρική), αρχαιότητες θαμμένες αρχικά κάτω από θαλάσσια/λιμνοθαλάσσια στρώματα βρίσκονται σήμερα θαμμένες στην ξηρά που δημιούργησαν οι ποταμοί με τις αποθέσεις τους.

Εικόνα 2

Έτσι, ερείπια κτιρίων της αρχαιότερης Ελίκης, συμπεριλαμβανομένης και της κλασικής, έχουν βρεθεί θαμμένα σήμερα σε βάθος 2.5-3 μ. στον βυθό της αρχαίας λιμνοθάλασσας (εικόνα 2, κλασικά ερείπια στον Ριζόμυλο), που στην συνέχεια με τις προσχώσεις των ποταμών μετατράπηκε σε ξηρά. Στην ίδια περιοχή που δέχθηκε την εισροή των υδάτων βρισκόταν, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, και το ιερό του Ελικωνίου Ποσειδώνος. Ο κατακλυσμός της θάλασσας, κατά τον γεωγράφο Στράβωνα, κάλυψε την πόλη μαζί και το ιερό, ενώ ο Παυσανίας σημειώνει ότι σε τέτοια έκταση (δηλαδή βάθος) προχώρησε η πλημμύρα ώστε στο άλσος του Ποσειδώνος μόνον οι κορυφές των δένδρων ήταν ορατές. Ερείπια γεωμετρικού ναού (τέλη 8ου αιώνα π.Χ.) που βρέθηκαν σε σωστική ανασκαφή στα Νικολαίικα, στο πλαίσιο εκσκαφής για οικοδόμηση σε οικόπεδο ιδιώτη, πιθανόν ανήκουν στον ναό του Ποσειδώνος. Επειδή η θέση του ναού βρίσκεται παρά την Π.Ε.Ο., σε αρκετά απομακρυσμένο σημείο από την παραλιακή ζώνη, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο μεταγενέστερος ναός των κλασικών χρόνων που καλύφθηκε από την πλημμύρα βρισκόταν βορειότερα του γεωμετρικού, προς την κατεύθυνση της θάλασσας και σε σχετικά κοντινή θέση καθώς οι ιεροί λατρευτικοί χώροι συνήθως διατηρούνται στην ίδια περίπου θέση/περιοχή.

Εικόνα 3

Η αύξηση μεγέθους του υδάτινου χώρου/λιμνοθάλασσας εξαιτίας του σεισμικού γεγονότος του 373, ουσιαστικά λειτούργησε θετικά για τις αρχαιότητες που σκεπάστηκαν κάτω από τον λασπώδη βυθό, με συνέπεια την απαλλαγή τους από τυχόν μεταγενέστερες αλλοιώσεις λόγω πιθανής επανακατοίκησης του χώρου. Σωστά, επομένως, είχε υπογραμμίσει το 1960 ο αείμνηστος Μαρινάτος ότι: Οι θησαυροί της Ελίκης θάφτηκαν κάτω από τα ερειπωμένα κτίρια, και αμέσως μετά τα ποτάμια με τις αποθέσεις τους τα κάλυψαν πλήρως. Αυτές οι αποθέσεις, πράγματι, στο διάστημα που ακολούθησε μετά τον σεισμό μετέτρεψαν σε ξηρά το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδας ώστε την ρωμαϊκή περίοδο (1ος αιώνας μ.Χ.) να έχει κατασκευαστεί στην περιοχή της Ελίκης η κεντρική ρωμαϊκή οδός που συνέδεε την Πάτρα με την Κόρινθο, όπως αποδεικνύει η ανακάλυψη από την ερευνητική μας ομάδα, σε βάθος 1.5-2 μ., ρωμαϊκής οδού που διασχίζει την πεδιάδα αρκετές εκατοντάδες μέτρα νότια της σημερινής σιδηροδρομικής γραμμής.

Εικόνα 4

Πρόκειται για την «λεωφόρο» που αναφέρει και ακολούθησε ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ., ερχόμενος από το Αίγιον και την Ελίκη, με κατεύθυνση προς την Κόρινθο. Η αποκάλυψη τμημάτων του αρχαίου δρόμου, πλάτους 5-6 μ. (εικόνα 3), σε 9 συνολικά ανασκαφικές τομές μεταξύ της σύγχρονης Ελίκης και των Νικολαιίκων συνιστά σπάνιο εύρημα για την αρχαία οδοποιία. Με την γεωφυσική έρευνα της ηλεκτρικής τομογραφίας υπό τον Καθηγητή Γεωφυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Γρηγόρη Τσόκα, ο δρόμος εντοπίστηκε στο εντυπωσιακό μήκος των 1300 μ. στην πεδιάδα και σχεδόν σε όλες τις θέσεις κατέστη δυνατή η τρισδιάστατη απεικόνισή του (εικόνα 4, με κίτρινο χρώμα στην άνω επιφάνεια).

Εικόνα 5

Η ανακάλυψη του ρωμαϊκού δρόμου αποτελεί εξαιρετικής σημασίας εύρημα για τις γνώσεις μας στον τομέα των μεταφορών και επικοινωνιών κατά την ρωμαϊκή περίοδο, όταν αναπτύχθηκε σπουδαίο οδικό δίκτυο για τις μεταφορές και εμπορικές δραστηριότητες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι το πρώτο τεχνικό έργο τέτοιας κλίμακας που ανακαλύπτεται στην βόρεια Πελοπόννησο και η σημασία του είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς, όπως είναι γνωστό, το ενδιαφέρον των Ρωμαίων στον τομέα κατασκευής μεγάλων οδικών αρτηριών προσείλκυσαν κυρίως περιοχές της Ανατολής, όπως η Συρο-Παλαιστίνη και η Μικρά Ασία, ή η Αφρική ως βασικός σιτοβολώνας της Ρώμης ή η Ισπανία και η Βρεττανία ως εμπορικοί κόμβοι μετά την ρωμαϊκή κατάκτησή τους.

Εικόνα 6

O Παυσανίας αναφέρει ότι ερείπια της παλαιότερης Ελίκης ήταν ακόμη ορατά στην εποχή του κάτω από τα νερά, διαβρωμένα από την άλμη. Σύνοπτα δε και Ελίκης εστί τα ερείπια, ου μην έτι γε ομοίως, άτε υπό της άλμης λελυμασμένα (7.24.13). Με κατεύθυνση προς την Κόρινθο, δηλαδή προς ανατολάς, ακολουθώντας την λεωφόρο μέσα από την πεδιάδα της Ελίκης, τα βυθισμένα ερείπια που αναφέρει πρέπει να βρίσκονταν στα αριστερά του, δηλαδή προς την πλευρά της θάλασσας. Και πράγματι, με τις ανασκαφές μας σε διάφορες θέσεις κατά μήκος της πορείας του ρωμαϊκού δρόμου και σε βαθύτερο από αυτόν ορίζοντα, ανακαλύψαμε ερείπια παλαιότερων περιόδων: της πρωτοελλαδικής (3η χιλιετία π.Χ.) στον Ριζόμυλο, της κλασικής (4ος αι. π.Χ.) και της ελληνιστικής (3ος-2ος αι. π.Χ.) στον Ριζόμυλο και στην Ελίκη (εικόνα 5, ελληνιστικό κτίριο στον βαθύτερο ορίζοντα). Το γεγονός ότι κλασικά ερείπια βρέθηκαν και νότια του δρόμου, υποδηλώνει ότι τμήμα των ερειπίων της παλαιότερης πόλης είχε ήδη προσχωθεί πριν από την εποχή του Παυσανία. Νότια του δρόμου αναπτύχθηκε επίσης ο ρωμαϊκός οικισμός της Ελίκης, όπως αποδεικνύουν κατάλοιπα ρωμαϊκών κτιρίων (εικόνα 6) και θέσεις νεκροταφείων (εικόνες 7-9, ταφή γυναίκας και κτερίσματα) που βρέθηκαν με τις ανασκαφές μας σε διάφορα σημεία μεταξύ Ελίκης και Νικολαιίκων. Μετά τους ρωμαϊκούς χρόνους, προσχώθηκε σταδιακά και το υπόλοιπο βόρειο τμήμα της λιμνοθάλασσας. Σήμερα, οι προσχώσεις έχουν καλύψει και το τμήμα της αρχαίας παραλίας βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής.

Εικόνα 7

Η λύση του αινίγματος και ο εντοπισμός της Ελίκης από το Ερευνητικό μας Πρόγραμμα υπήρξε το αποτέλεσμα μακρόχρονης συστηματικής διεπιστημονικής προσπάθειας, σε συνεργασία με ερευνητές και επιστημονικούς φορείς από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών έθεσε υπό την αιγίδα της τις έρευνες στο α’ στάδιο (1988-2000) σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και την Εταιρεία Φίλων Αρχαίας Ελίκης (ΕΦΑΕΛ), κύριους φορείς της γεωαρχαιολογικής και ανασκαφικής έρευνας στην συ5νέχεια (2000 κ.ε.). Η καίρια συμβολή του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών αφορά επιπλέον και σε γεωαρχαιολογικές μελέτες και αναλύσεις των αρχαιολογικών ευρημάτων από την έρευνα ενώ στο Τμήμα εκπονούνται Διδακτορικές Διατριβές και μεταπτυχιακά Διπλώματα με αντικείμενο την Αρχαία Ελίκη. Στο πλαίσιο της συνεργασίας με την ΕΦΑΕΛ, δύο τουλάχιστον μέλη ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Πατρών εκλέγονται στο ΔΣ της Εταιρείας, της οποίας πρώτος Πρόεδρος υπήρξε ο τότε Πρύτανις του Πανεπιστημίου Καθ. Γ. Ρούσσας.

Εικόνα 8

Εικόνα 9

Τα ευρήματα από την Αρχαία Ελίκη αποθηκεύονται και συντηρούνται στο Εργαστήριο του Ερευνητικού Προγράμματος στην Ελίκη (εικόνα 10, από την επίσκεψη του πρ. Υφυπουργού Πολιτισμού Π. Τατούλη) και μετά την συντήρησή τους παραδίδονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου, στις αποθήκες του οποίου βρίσκονται μέχρι σήμερα.

• Η Ντόρα Κατσωνοπούλου είναι Καθηγήτρια Αρχαιολογίας Δρ του Πανεπιστημίου Cornell των ΗΠΑ, Πρόεδρος της ΕΦΑΕΛ, Διευθύντρια του Ερευνητικού Προγράμματος Αρχαίας Ελίκης και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας Πάρου & Κυκλάδων

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:


Κατηγορίες Άρθρου
ΤΟΠΙΚΑ

Σχετικα αρθρα


Τα σχόλια είναι κλειστά.